Ο Μικρός Πρίγκηπας προχώρησε λίγο πιο πέρα από το υπόστεγο που καθόταν μοναχός προκειμένου να προστατευθεί από την βροχή που από ώρα είχε ξεκινήσει.Γύρω του η πλατεία αδειανή,σαν την καρδούλα του θα μπορούσες να πεις,το φρόνημα του όμως υψηλό.Έπρεπε να ζήσει για να ξανασυναντήσει την οικογένεια του.Δεν θυμάται τίποτα από όσα άφησε πίσω στο σπίτι,δεν έχει νόημα άλλωστε,τα σφράγισε όλα ο πόλεμος και τα ισοπέδωσε.Οι χoροi και τα τραγούδια τα απογεύματα στις χρυσές,ηλιολουσμένες γειτονιές,οι μυρωδιές από τα μπαχαρικά που σιγοβράζανε στη κατσαρόλα της μαμάς πίσω στην αυλή,οι φωνές των πατεράδων που λογομαχούσαν πίνοντας τσάι ζεστό και σερμπέτια και τρώγοντας πολύχρωμο χαλβά,το σχολείο,τα παιδιά,τα καινούρια του μυρωδάτα παπούτσια,η γαλάζια μπάλα από κουρέλια,όχι,όχι δεν θυμάται ,φυσικά, τίποτα από όλα αυτά.Δεν έχει σημασία πια.Πρέπει να βρει να φάει κάτι.Ψαχουλεύει σε ένα δημοτικό κάδο δίπλα από ένα φούρνο.Όλο και κάτι θα έχει πεταχτεί δεν μπορεί.Τζίφος.Κατεβαίνει δυο δυο τα σκαλιά του σταθμού.Πάει και κάθεται δίπλα στους αυτόματους πωλητές των εισητηρίων.Ο Μικρούλης Πρίγκηπας αφαιρέθηκε,σκεφτόταν το προηγούμενο πόστο του στα φανάρια."Τι μαζευτήκατε όλοι εδώ ήθελα να ξερα?!!" ,"Άντε τράβα παιδάκι μου από κει που ήρθες!",κορναρίσματα,μαρσαρίσματα ,φοβήθηκε ότι θα τον πατήσουν έκανε στην άκρη.'Οχι, δεν θυμάται τίποτα πρέπει να ζήσει.Δεν μπορεί να γυρίσει πίσω,δεν υπάρχει πια πίσω,μόνο μπροστά,πρέπει να ζήσει. Ο ήχος από τα κέρματα που πέφτουν τον ξύπνησε απότομα από τους συλλογισμούς τους.με βλέμμα ικεσίας άπλωσε το τρεμάμενο χέρι.Ο Μικρός Πρίγκηπας κάθε λιγουλάκι και πέθαινε μέσα του.Αλλα βλέμματα εχθρικά άλλα απλά αδιάφορα.Έφτασε απόγευμα,η βροχή είχε σταματήσει ο κόσμος σταμάτησε πια να είναι τόσο βιαστικός,παρέμενε χαμένος όμως στον αχνό των σκέψεων του.Ο Πρίγκιπας είχε κάτσει στα γόνατα του πλέον,η κοιλιά του τον πόναγε ,δεν έκανε να την τρίψει μήπως ηρεμήσει,δεν θυμάται τίποτα πια.Ο ήχος από τα κέρματα, άπλωσε το τρεμάμενο χέρι.Ο νεαρός απομακρύνθηκε το παιδί έμεινε ακίνητο,κοντοστάθηκε,γύρισε πίσω και του έδωσε μερικά ψιλά ,το παιδί σήκωσε το κεφάλι ,είχε ήδη φύγει.Έσφιξε τα ψιλά στη χούφτα του.Η κοιλιά του τον πόναγε,αλλά ο Μικρούλης Πρίγκιπας ήθελε μια μαμά για να την τρίψει.Σηκώνεται.Πρέπει να πάει να φάει.Δεν θυμάται τίποτα πια.Θα περιμένει μέχρι να γεννηθεί ξανά...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.